Όλα της Πέμπτης ...εύκολα

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

ΑΧ, ΟΜΟΡΦΑ ΜΟΥ ΜΟΥΔΑΝΙΑ από τον Καμπουρογιάννη Μανόλη

Πολύς λόγος στο σχολείο για τους πρόσφυγες με αφορμή την 6η ενότητα του βιβλίου ΓΛΩΣΣΑΣ .Το ενδιαφέρον όλων μας μεγάλο.!
Παιδιά που μένουν στη Νίκαια, είναι λογικό να έχουν ρίζες από τους ξεριζωμένους Έλληνες της Μικράς Ασίας. Η Αρετή, ο Βαγγέλης Ψ.,ο Μανόλης είναι μερικά μόνον από αυτά.
                           
Διαβάστε εδώ τα στοιχεία που ο Μανόλης έφερε στην  τάξη, μετά τη συνέντευξη που πήρε από τον παππού του,παιδί  μιας μικρής προσφυγοπούλας που στο κείμενο αναφέρεται σαν γιαγιά Ανάστα.

«Αχ, όμορφά μου Μουδανιά
γύρισα όλον τον Ντουνιά, μα πιο όμορφα δεν είδα. 
Δεν σε έχει αλλάξει ο καιρός,
 ποιος να ‘ναι αυτός ο τυχερός
 που του ‘τυχε πατρίδα…»

Αυτοί οι στίχοι βγαίνουν συχνά από τα χείλη του παππού.Τραγουδά και μας διηγείται μια ζωή παραμυθένια, χωρίς όμως την όμορφη κατάληξη «έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα». 
Αλλά μια ζωή γεμάτη πόνο και κακοτυχίες, γεμάτη διωγμούς, αλλά και πίστη και αυτά χαϊδεύοντας την φωτογραφία της γιαγιάς Ανάστας. Ο παππούς μας μετέφερε τα λόγια της γιαγιάς για την όμορφη αυτή πόλη. Κάποτε στα Μουδανιά είχαν 10.000 Έλληνες, 3 εκκλησίες, 6 σχολεία αρρένων και 2 θηλέων. Ήταν μια πόλη γεμάτη πράσινο και την στόλιζε ένα όμορφο λιμάνι.
Αφού ζούσαν καλά γιατί έγινε η μικρασιατική καταστροφή; Ότι συμβαίνει σε όλη την ιστορία τον ανθρώπων σαν τα χρήματα μπαίνουν πάνω από τον ίδιο και τον πόνο του. Στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο οι Τούρκοι συμμάχησαν με τους Γερμανούς απέναντι τους και ήταν η ΑΝΤΑΝΤ. Δηλαδή, η συμμαχία μεταξύ Αγγλίας, Ρωσίας, Γαλλίας, Σερβίας, Βελγίου, Ιταλίας και Ρουμανίας. Τότε άρχισε ο διωγμός . Οι Τούρκοι βίαζαν κορίτσια και αγόρια, έκαιγαν εκκλησίες. Πόνος και αίμα.

Οι Έλληνες μάζεψαν ότι μπορούσαν και προσπάθησαν να περάσουν με καράβια στην κύρια Ελλάδα και στα κοντινά νησιά. Άλλοι 700.000 άφησαν την ζωή τους εκεί. Σε αυτόν τον όμορφο και συνάμα πονεμένο τόπο. Η πρόγιαγιά μου τα κατάφερε και μετά από πολλές δυσκολίες έφτασε στην Θεσσαλονίκη. Σύντροφοι της η εικόνα της Παναγιάς και μια χούφτα χώμα από τον τόπο της, τα Μουδανιά.

 Όμως και εκεί τα πράγματα ήταν δύσκολα. Ήταν οι πρόσφυγες φτωχοί και τους θεωρούσαν Τούρκους. Αντί να τους αγκαλιάσουν με αγάπη και συμπόνια τους κοίταζαν με μίσος και με προκατάληψη.

«Αχ όμορφά μου Μουδανιά
παραδεισένια γειτονιά
όποιος σε βλέπει λέει.
Δεν σ’ έχει αλλάξει ο καιρός,
 ποιος να ‘ναι ο αυτός
ο καψερός που σ’ έχασε και κλαίει…»

Αυτούς τους στίχους τραγουδούσε η πρόγιαγιά μου σαν θυμόταν την πατρίδα της, τα Μουδανιά. Τώρα και εγώ καταλαβαίνω γιατί όταν ο παππούς κοιτά την φωτογραφία της κλαίει.

Του Μανόλη Καμπουρογιάννη




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.